ραχοκοκαλιά

just another feminist blog

Η ύψιστη απόλαυση

Ο Δ. ήταν ηθοποιός. Τουλάχιστον τα βράδια και ίσως κάποια πρωινά. Στην πραγματικότητα ήταν Ίκαρος αεροπόρος. Από αυτούς τους όμορφους, ψηλούς και λυγερόκορμους που βλέποντας τους φλερτάρεις επιδεικτικά με την ιδέα του ιμπεριαλισμού απλά και μόνο για να διατηρήσεις την ύπαρξη τους. Πράγματι, ο Δ. ήταν ρομαντικά όμορφος. Καστανόξανθα μαλλιά, ελαφρώς σγουρά που έπεφταν με χάρη στο μέτωπό του και ίσα που άγγιζαν τα αραιά του φρύδια για να σταθούν σαν μεταξωτές κουρτίνες μπροστά από τα γαλανά του μάτια. Τα χείλη του λεπτά, πλαισίωναν το καθαρό χαμόγελό του. Ο Δ. θα μπορούσε να είναι αρχαιοελληνικός κούρος, ή η μεγαλύτερη έμπνευση του πιο ταλαντούχου γλύπτη. Ένας κούρος, που καμία κόρη δεν θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του χωρίς να γύρει το κεφάλι της στον ώμο του. Όπως και στα αγάλματα, το δέρμα του ήταν λείο και απαλό και η μυρωδιά του σώματός του ανάβλυζε σαν οπιοειδής ουσία, ώστε οι κόρες να μην σταματήσουν ποτέ να γέρνουν τους ψηλούς λαιμούς τους πάνω του. Όπως όλοι οι κούροι φάνταζε μακρινός και απρόσιτος. Λες και μία τέτοια ομορφιά είναι αμαρτία να την πλησιάσεις, πόσο μάλλον να την αγγίξεις. Και πώς θα μπορούσες άλλωστε να κάνεις κάτι τέτοιο; Μόνο με μία επίμονη ματιά, η οποία θα χανόταν στο ακανόνιστο του χρόνου όταν θα έστρεφες το κεφάλι αλλού σε κάτι που θυμίζει καθημερινή ζωή.

Αν κάποιος τον συναντούσε στον δρόμο δύσκολα θα υπέθετε πως μία τέτοια φύση με την χάρη του Δ. θα μπορούσε να τσαλακωθεί μέσα σε μία στρατιωτική στολή. Ήταν η εθνική αυτή υπόσχεση κάτι που τον περιόριζε; Δεν μπορεί κάποιος να ξέρει. Αλλά αυτή του την υποταγή στην πατρίδα δεν την δήλωνε ποτέ. Ήταν υποταγή; Πώς θα μπορούσε ο Δ., που ολόκληρη η ύπαρξή του έμοιαζε αιθέρια, να υπηρετεί τον Ελληνικό στρατό μέσα από μία πατριωτική υπόσχεση που είναι τόσο συμπαγής και άκαμπτη, σκληρή και αμετακίνητη όπως τα εθνικά αφηγήματα που κάνουν την ιστορία να είναι παγωμένη στον χρόνο. Ηθοποιός, δηλαδή καλλιτέχνης. Αυτό υποδήλωνε και ο τρόπος που ντυνόταν. Φαρδιά ρούχα να στηρίζονται στους ώμους του παίρνοντας άλλη μορφή, εξαγνισμένη. Ίσως γι’ αυτό να υπηρετούσε στον στρατό. Η στρατιωτική ενδυμασία χρειάζεται και σώματα της Τέχνης για να αποκτήσει αξία. Για να κρύψει την μιζέρια. Για να έχει νόημα η αντίθεση. Ακόμα και αυτή η μεταμόρφωση, η κίνηση πάνω στο φάσμα που αποτελούνταν από άρβυλα, διαταγές, ποίηση, κλασσική μουσική και θεατρικά κείμενα, πώς θα μπορούσε να μην είναι τέχνη; Πώς θα μπορούσε να μην είναι ο ιδανικός συνδυασμός για μία ύπαρξη σαν του Δ.;

Εγώ που αλλάζω μορφή κι από στιγμή σε στιγμή θα χαθώ
από προσώπου της γης στην κόψη μιας αστραπής μια μέρα θα εξαφανιστώ

Αν κάποιος περαστικός συναντούσε τον Δ. στην λιθόστρωτη Πλάκα να παίρνει τον καφέ του σε ένα βιοδιασπώμενο ποτήρι, που το λόγκο της καφετέριας θα τριγυρνούσε σε πολλές κινητές οθόνες για ένα εικοσιτετράωρο, φορώντας το μαύρο, υφασμάτινο παντελόνι του που κατέληγε σε μαύρα άρβυλα – όχι εκείνα του στρατού, τα άλλα που είναι της μόδας στους κύκλους των νεαρών καλλιτεχνών και των νεαρών σκέτο -, και τον ρωτούσε “εσύ τι επαγγέλλεσαι;”, μα φυσικά η μόνη απάντηση θα ήταν “ηθοποιός”. Και το στήθος του θα φούσκωνε αλλά ο περαστικός δεν θα πρόσεχε αυτή την μικρή λεπτομέρεια γιατί θα γινόταν με τρόπο που δεν θα έπρεπε να την προσέξει, θα ήταν απλά μία βαθύτερη ανάσα, σαν εκείνες που τους μάθαιναν στην σχολή, να, εκείνες τις αναπνοές από το διάφραγμα. Αν ο περαστικός επέμενε να τον κοιτάζει και να αναλύει προσεκτικά τις γαλανές φλέβες στο λευκό δέρμα του χεριού του που κρατούσε με δύναμη το ποτήρι – αλλά δεν το σπάει μην ανησυχείς, δεν είναι ο Καπετάν Μιχάλης και καμία σύζυγος κανενός Τούρκου φίλου δεν θα εντυπωσιαστεί (ακόμα) -, θα συνέχιζε να ρωτάει “τι επαγγέλλεσαι στ’ αλήθεια;”. Αλήθεια. Πόσο τον ενοχλούσε αυτή η λέξη. Όχι τον Δ., αυτός είχε συμφιλιωθεί με τις μεταμοντέρνες επιστημολογίες. Ο περαστικός είχε την δυσκολία στην κατάποση, ήδη από την παιδική του ηλικία αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία για άλλους βιοδιασπώμενους καφέδες. Και αυτή η επιμονή του περαστικού στο να μάθει την αλήθεια δεν θα είχε ορμητήριο μία δυσπιστία ως προς την απάντηση του Δ., αλλά θα ανέβλυζε από μία βαθιά απόλαυση του “αποκλείεται να είναι μόνο αυτό”. Όπως όταν η ζωή σου σερβίρει λεμόνια και σκέφτεσαι μέσα στην δυστυχία σου πως αποκλείεται να μπορώ να φτιάξω μόνο λεμονάδα. Τι θα λέγατε για ένα κέικ με λεμόνι; Ή μία τάρτα. Ή μία πάστα τέλος πάντων να κεράσουμε κάποιο καλό παιδί που περνάει τα βράδια απ’ τα σοκάκια και αναρωτιέται γιατί είναι μόνο. Έτσι λοιπόν, μέσα σε αυτή τη σκέψη, ο περαστικός θα συνέχιζε να κοιτάζει την αντανάκλαση του στην γυάλινη, θαλασσί ματιά του Δ. και θα αναρωτιόταν για αυτή την ανθρώπινη ύπαρξη που το φως του ήλιου διστακτικά ακουμπούσε, μη τυχόν και βλάψει με την ζεστασιά του την δροσερή αναπνοή του.

Τότε ο Δ. θα άφηνε το βιοδιασπώμενο ποτήρι του καφέ που φυσικά συλλέχθηκε με ηθικό τρόπο στα τροπικά δάση της Βραζιλίας και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με την ελάχιστη περιβαλλοντική ρύπανση – τόσο ελάχιστη που κανείς θα νόμιζε πως ο αγέρας φύσηξε τον κάθε κόκκο του καφέ προς την Ανατολή, το όνομα της καφετέριας – και θα έλεγε με την μελωδική φωνή του “μα είμαι και χορευτής”. Ένα παράπονο τότε θα διέκρινε ο περαστικός στην φωνή του Δ. και αμέσως θα καταλάβαινε ότι ο χορός ήταν κάτι που δεν κατάφερε να υλοποιήσει επαγγελματικά. Ίσως ξεκίνησε αργά, ίσως ήξερε πως ο χορός έχει ένα σίγουρο τέλος πριν καν προλάβαινε να συνειδητοποιήσει ότι το σώμα του είναι νέο και δυνατό. Ίσως το παράπονο να είχε να κάνει με κάτι τελείως διαφορετικό, εξίσου εγωκεντρικό αλλά με άλλο στόχο. Τον έρωτα εκείνης της μπαλαρίνας που τον κοίταξε γλυκά μέσα στο φόρεμα της σε χρώμα άγουρου ροδάκινου, εικόνα προ-οικονομίας για το πώς θα διαμορφωνόταν η σχέση τους και ο χωρισμός τους.

Έτσι, ο περαστικός θα σταματούσε τις ερωτήσεις και θα αποφάσιζε πως μία τέτοια καλλιτεχνική παρουσία καλύτερα να την αφήνεις μόνη να υπάρχει, όπως η Μόνα Λίζα βρίσκεται τριπλά περιφραγμένη γιατί αν ο καθένας μπορούσε να την προσεγγίσει τότε η μαγευτική αξία της να χανόταν. Ο φρουρός, η εσοχή στον τοίχο και το γυάλινο τζάμι καθιστούν τον πίνακα άξιο θαυμασμού. Αλλά με τους ανθρώπους ποια είναι αυτή η τριπλή περίφραξη που τους κάνει μουσειακά εκθέματα που αν πλησιάσεις λίγο παραπάνω από ότι πρέπει, το άγρυπνο μάτι του φρουρού, που γίνεται άγριο μέσα στην στολή που μοιάζει με αστυνομικού αλλά δεν είναι, ακολουθεί την ματιά σου σαν να σου λέει “αρκετή απόλαυση είχες, απομακρύνσου”.

Κοινέ θνητέ.

Άραγε υπάρχουν άνθρωποι που είναι σαν πίνακες ζωγραφικής; Αν αυτή η ερώτηση γινόταν στον περαστικό, έπειτα από την συνάντηση με τον Δ., μάλλον θα σου έλεγε ναι. Και μάλλον θα είχε στο μυαλό του τον Δ. Βασικά, επειδή θα είχε στο μυαλό του τον Δ., θα το σκεφτόταν καλύτερα και θα σου έλεγε όχι, μόνο και μόνο για να μην στερηθεί ούτε έναν νευροδιαβιβαστή που ύφαινε την εικόνα αυτού του ατόμου στο κεφάλι του. Μα είναι τόσο πολύτιμες αυτές οι υπάρξεις, που αν είσαι έστω και λίγο πονηρός – όχι όχι, έξυπνος πρέπει να είσαι – δεν μοιράζεσαι τις εικόνες με άλλους, θα σκεφτόταν και τότε σίγουρα στην παραπάνω ερώτηση θα απαντούσε με υπέρμετρη σιγουριά και μία δόση περιφρόνησης “όχι δεν μπορούν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι”. Και τότε πώς ο Δ. θα μετατρέπονταν από ανθρώπινη ύπαρξη σε έργο τέχνης αν ο κάθε άνθρωπος που απαρτίζει την ανθρωπότητα κρατούσε την εικόνα του για τον εαυτό του;

Για να λυθεί αυτό το αίνιγμα, καλέ μου αναγνώστη, πρέπει να σκεφτείς και να αφουγκραστείς πιο προσεκτικά την ύπαρξη για την οποία τόση ώρα σου μιλάω. Να αφήσεις πίσω σου τις ξανθές μπούκλες και τα μάτια που μοιάζουν με ωκεανούς, το λευκό δέρμα και τα μπράτσα που μπορούν να σηκώσουν το βάρος του σώματος του για χάρη μιας χορευτικής κίνησης, τα ροδαλά χείλη και την γλώσσα που δύναται να σε φιλήσει τόσο απαλά ώστε να εύχεσαι αυτό να ήταν το πρώτο και τελευταίο φιλί που θα μπορούσες να είχες ποτέ. Αν ο περαστικός έμενε λίγο ακόμα στην υποτυπώδη συζήτηση που είχε με τον Δ., θα καταλάβαινε πως πίσω από το παράπονό του για τον χορό βρισκόταν μία υπερηφάνεια. Μία υπερηφάνεια τόσο ζεστή, σχεδόν καυτή σαν λάβα, που όσο περισσότερο έκαιγε τόσο περισσότερο μετατρεπόταν σε ναρκισσισμό. Άραγε αυτοί οι άνθρωποι πέφτουν ποτέ στο ποτάμι; Ή είναι η ύπαρξη τους τόσο αιθέρια, απαραίτητη θα έλεγαν πολλοί, που οι υπόλοιποι απλοί θνητοί δεν τολμούν να τους αφήσουν να πνιγούν; Τι θα απογίνει η ανθρωπότητα χωρίς αυτές τις υπάρξεις, θα σκέφτονται κρατώντας με μανία τα χέρια και τα πόδια των ναρκίσσων μη τυχόν και όλη αυτή η θρησκευτική λατρεία τούς ωθήσει πιο γρήγορα στον πνιγμό. Ένα πράγμα είναι σίγουρο όμως. Πως η αντανάκλαση του νερού χωράει και εκείνους, τους απλούς θνητούς, οι οποίοι όποτε λευτερώνουν την ματιά τους και τολμούν να κοιτάξουν το νερό, για λίγο παραπαίουν, αναγνωρίζοντας και τις δικές τους μορφές φαγωμένες από μέσα, από έναν υπαρξιακό φόβο πως για πάντα μόνες θα κοιτάζουν την αντανάκλασή τους. Και να που οι αιθέριες υπάρξεις δεν μπορούν ποτέ να είναι σίγουρες ότι δεν θα πνιγούν.

Αν ποτέ, καλέ μου αναγνώστη, συναντήσεις μία τέτοια ύπαρξη μην κοιτάξεις το νερό. Όχι για να μην έρθεις αντιμέτωπος με τους δικούς σου υπαρξιακούς φόβους, αλλά για να αποφύγεις αυτόν ακριβώς τον εγωκεντρισμό. Κοίτα την ίδια την ύπαρξη που έχεις απέναντι σου – σε παρακαλώ, μην σταθείς πίσω της προετοιμασμένος να την πιάσεις μην τυχόν και πέσει να πνιγεί. Κοίτα την, μίλα της, άγγιξε την μέχρι να συνειδητοποιήσεις πως δεν είναι παρά μία ανθρώπινη σάρκα καλοπλασμένη, που την ακολουθεί κι αυτήν η ανθρώπινη ιδιότητα, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Και αφού το κάνεις αυτό υπάρχει περίπτωση να ανακαλύψεις πραγματικά τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου, ως άνθρωπο και όχι ως έργο τέχνης. Σου εγγυώμαι πως αυτή θα είναι η ύψιστη απόλαυση.


άρον άρον εγένετο αύριο
αλλά ήταν πλέον πολύ αργά
(;)

. . .

Η Φ. δεν ήταν ηθοποιός. Ούτε τα βράδια αλλά ούτε και κάποια πρωινά. Δεν υπηρετούσε σε κανέναν στρατό και για την ακρίβεια η ιδέα της υπηρεσίας σε κάποιο κράτος – γιατί περί κράτους και κυβερνήσεως πρόκειται, το έθνος είναι η ιδέα που έχουν φυτέψει στο μυαλό των εργατών για να πετύχουν συνειδησιακή ομοιογένεια και λιγότερες γαλλικές επαναστάσεις – δεν ταίριαζε με τα αριστερά της πιστεύω. Η Φ. δεν δήλωνε αριστερή. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αφού ο μπαμπάς της την μεγάλωσε, την σπούδασε και της αγόρασε το πρώτο της σπίτι προτού καν πάρει το πτυχίο της. Λες και η επιτυχία της προαγωγής στην τρίτη και ανώτατη εκπαιδευτική βαθμίδα ήταν κάτι τόσο άξιο που επιβραβεύτηκε με μία περιουσία. Η Φ. δεν ήταν ούτε εκμεταλλεύτρια της περιουσίας της οικογένειάς της. Η αριστερίζουσα συνείδησή της μεγάλωσε ακόμα περισσότερο στους χώρους της φιλοσοφικής σχολής παρόλο που ποτέ της δεν έμπλεξε σε παρατάξεις, πήγε βέβαια σε κανά δυο πορείες τις οποίες δεν φωτογράφισε ώστε να κυκλοφορήσει η παρουσία της για εικοσιτέσσερις ώρες στα κινητά των φίλων της. Δεν φωτογράφισε γιατί θεώρησε πως αυτές οι διαδηλώσεις ήταν κάτι παραπάνω από μαζικές φωνές που φτιάχνουν πολιτικές ταυτότητες ατομικά, οπότε άφησε την ατομικότητά της να κολυμπήσει μέσα στα συνθήματα, τα οποία όμως την έκαναν να νιώθει άβολα και αμήχανα, λες και οι άλλοι γύρω της, οι αληθινοί αριστεροί, θα μυρίζονταν τα προνόμιά της και τότε η πορεία θα είχε στόχο εκείνη, ή έστω όλους εκείνους που συμμετέχουν στις κοινωνικές διεκδικήσεις μην έχοντας στην πραγματικότητα κάτι να χάσουν. Με την πολιτική ποτέ δεν κερδίζεις, σκέφτηκε και συμμετείχε σε ακόμα μία πορεία πριν κλείσει ο κύκλος της φοιτητικής της ζωή σε μία πόλη που ήταν γεμάτη πορείες και καμένους κάδους. Όχι από τους αριστερούς, ούτε από τους δεξιούς. Οι αυτουργοί του καμένου πλαστικού άλλαζαν ανάλογα ποιον θα ρωτούσες. Βέβαια κανένας αριστερός δεν θα σου έλεγε ποτέ πως κάποιος δεξιός έκαψε έναν κάδο. Και τότε καταλάβαινες πως η αριστερά είναι μία μεγάλη μυρμηγκοφωλιά που όσο πιο βαθιά πας τόσο περισσότερα μονοπάτια βρίσκεις και τόσο περισσότερες ομάδες να κατηγορήσεις. Ποια ομάδα όμως κοιτάζει τον μυρμηγκοφάγο, έτοιμος να αφανίσει πολυφωνίες, δεν ξέρω.

Σκέψεις σαν θαλάσσιος χείμαρρος. Και πόσο πολύ της άρεσε η θάλασσα! Κλισέ. Και ποιος λογοτέχνης και ποιος ποιητής δεν εξύμνησε την θάλασσα και τα νερά της καλύτερα απ’ ότι εκείνη θα μπορούσε ποτέ να περιγράψει την πιο βαθιά της αγάπη, τον πιο αγαπημένο της άνθρωπο. Η Φ. δεν ήταν σίγουρη για πολλά πράγματα. Και όταν ο Δ. την ρώτησε εσύ πώς φαντάζεσαι το μέλλον σου σε πέντε χρόνια από τώρα, η Φ. δεν άντεχε να μην του ανοίξει τον χάρτη με όλες της τις επιλογές, όλες όσες είχε κάπως σχεδιάσει και ήλεχγε, γιατί φυσικά πάντα υπάρχει και το μονοπάτι της αβεβαιότητας, της τύχης, της μοίρας, όπως θες πες το. Όταν ο Δ. βρέθηκε μπροστά σ’ αυτό το μωσαϊκό δεν είχε άλλη επιλογή από το να αναφωνήσει, μα φυσικά! αφού είσαι ζυγός, πρέπει να μου πεις όλες τις επιλογές. Δεν είχε μαντέψει το ζώδιο της, το είχε ψαρέψει με προηγούμενη ερώτηση και φυσικά μοιράστηκε και ο ίδιος το δικό του, το οποίο δεν συγκρατήθηκε στο μυαλό της, προτιμούσε να κάνει χώρο για την απαλή φωνή του και τα θαλασσινά του μάτια. Μα η θάλασσα βγάζει μία αλμύρα και ο Δ. είναι τόσο γλυκός σαν ώριμο κεράσι ένα πρωινό της άνοιξης. Δεν πειράζει, ποιητική αδεία, είπε από μέσα της, ησύχασε και μπόρεσε να επικεντρωθεί ξανά στο ποίημα που είχε δίπλα της.

Γιατί έτσι έβλεπε τον Δ., σαν ποίημα. Το γλυπτό ή ο πίνακας δεν ταίριαζαν στον άνθρωπο που είχε απέναντί της. Απ’ όλα τα έργα τέχνης, τα ποιήματα είναι τα λιγότερα στατικά, έτσι ένιωθε. Οι λέξεις όχι μόνο παίρνουν διαφορετική σάρκα και οστά, ανάλογα τον αναγνώστη, αλλά σχηματίζουν και εικόνες, πλάθουν τοπία, ενεργοποιούν (ή απενεργοποιούν) συνειδήσεις, αλλάζουν χρονικότητες, τακτοποιούν ή ανακατεύουν τα συναισθήματα σε ένα κουβάρι που αν το αγκαλιάσεις αγαπητέ αναγνώστη, ξεπερνώντας το πρώτο άβολο άγγιγμα των μικροσκοπικών εκείνων τριχιδίων που μάλλον γαργαλούν παρά ηρεμούν το δέρμα σου, αν λοιπόν το αγκαλιάσεις και χαϊδέψεις με τα δάχτυλά σου όλο το μήκος της κλωστής καθώς το ξετυλίγεις θα βρεις τον εαυτό σου σε μία ακατάληπτη, ηδονική σχεδόν, απόλαυση. Με το ποίημα και το κουβάρι του μπορείς να επικοινωνήσεις, όπως ο ποιητής που το έγραψε επιδίωξε πρώτα μία συνομιλία με την Μούσα, έτσι κι εσύ άσε τον διάλογο που σου βγαίνει φυσικά, όπως το ρυάκι κυλάει φυσικά προς το ποτάμι του, να σε οδηγήσει σε όποιο ποτάμι καταφέρει η φαντασία σου, οι επιθυμίες και τα πάθη σου να δημιουργήσουν για σένα. Και όταν αύριο προσπαθήσεις να ξαναπεράσεις το ίδιο αυτό ρυάκι δεν θα τα καταφέρεις και αυτό είναι που έχει σημασία. Το ρυάκι δεν θα είναι το ίδιο επειδή δεν θα είσαι ούτε εσύ.

Για την Φ. λοιπόν, ο Δ. ήταν ένα ρυάκι που πέρασε μία φορά και αφού κολύμπησε στα ηδονικά νερά του συνειδητοποίησε ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ άλλοτε να το ξαναπεράσει έτσι ακριβώς όπως έγινε την πρώτη φορά. Μα τι δυστυχία! Καταραμένε Ηράκλειτε!, αναφωνούσε μέσα της το επόμενο πρωινό, λες και ο καημένος ο φιλόσοφος έφταιγε για την συνειδητοποίηση της. Μα πώς θα μπορούσε άλλωστε να φταίει, αφού το μόνο που έκανε ήταν να δημιουργήσει ένα μικρό νήμα γνώσης που όποιος ήθελε το πίστευε. Ίσως η κοινωνική γνώση τελικά να μην έχει και τόση μεγάλη διαφορά με την θρησκεία. Και τα δύο είναι κατασκευάσματα που αν κάποιος θέλει τα πιστεύει και πορεύεται με αυτά και τα επακόλουθα τους κατασκευάσματα. Οι σκέψεις της Φ. ξεφεύγουν όμως και αυτό με έχει κουράσει, εσύ αναγνώστη μου τι λες; Να ακολουθήσουμε τους υπαρξιακούς προβληματισμούς της, όπως ο Αριστοτέλης τον Πλάτωνα στις περιπατητικές τους εξορμήσεις, ή να γυρίσουμε πίσω στην συνάντηση της με τον Δ. που απ’ ότι φαίνεται σου έχω εξομολογηθεί πολύ λίγα πράγματα;

Επειδή είμαι κι εγώ ζυγός και δεν μπορώ να αποφασίσω, θα συνεχίσω να εξιστορώ τα γεγονότα αναμειγμένα με τις φιλοσοφίες των ηρώων μας. Σου δίνω λίγο χρόνο να εξοπλιστείς με ένα βιοδιασπώμενο παρακαλώ, κύπελλο εξωτικού αλλά ηθικά καλλιεργημένου καφέ και να επιστρέψεις στις σελίδες αυτού του κειμένου όταν νιώσεις έτοιμος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *